ἐρανισμός

ἐρᾰν-ισμός, , = foreg.1, D.H.6.96.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐρανισμός — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερανισμός — ο (AM ἐρανισμός) νεοελλ. η σύνθεση ερανίσματος αρχ. μσν. το εράνισμα …   Dictionary of Greek

  • ἐρανισμῶν — ἐρανισμός masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρανισμῷ — ἐρανισμός masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρανισμόν — ἐρανισμός masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σταχυολόγημα — και σταχολόγημα, το, Ν [σταχυολογώ] 1. το να μαζεύει κάποιος στάχια 2. επιλογή και συλλογή στοιχείων ή αποσπασμάτων από ένα ή περισσότερα κείμενα, ερανισμός …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.